gototopgototop
Tuesday 22 August 2017
 

Κέρδισε τις καρδιές του κόσμου σε Κεφαλονιά και Λευκάδα η «Νέα Γενιά Κανταδόρων»

  Αθήνα 16/8/2017     ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ   Ένα μουσικό ταξίδι ξεκίνησε στι...

Εκδήλωση στο εντευκτήριο της Βουλής “Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια του Ιονίου τα νησιά”

  Η παρουσίαση στο εντευκτήριο της Βουλής του δρώμενου “Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια το...

Η Νέα Γενιά Κανταδόρων της Ένωσης Επτανησίων Ελλάδας ταξιδεύει στο Ιόνιο

  Αθήνα 21/7/2017     ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ   Η ΕΝΩΣΗ ΕΠΤΑΝΗΣΙΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ μέσα στα π...

myEptanisa - Πολιτιστικό περιοδικό της Ε.Ε.Ε

  myEptanisa ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ της ΕΝΩΣΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ   Τα...

Διονύσης Φλεμοτόμος: Η Γκιόστρα της Ζακύνθου

 

 

Η ΓΚΙΟΣΤΡΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

 

 

 

 

Γράφει ο Διονύσης Φλεμοτόμος



 Τρεις ήταν οι κυριότερες και πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις του Ζακυνθινού Καρναβαλιού: οι περίφημοι χοροί, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια γίνονταν στα δύο μεγάλα Καζίνα της πόλης, το Ρωμιάνικο και το Λομπαρδιανό, το λαϊκό θέατρο δρόμου, οι γνωστές «Ομιλίες», που πάνω τους στηρίχτηκε η νεοελληνική δραματουργία και η Γκιόστρα, ένα αληθινό υπερθέαμα της εποχής, το οποίο παρά τον καθαρά αριστοκρατικό του χαρακτήρα, μια και στους έφιππους αγώνες του λάβαιναν μέρος μόνο οι ευγενείς, οι γραμμένοι στο Libro d’ Oro, είχε και έντονο λαϊκό ενδιαφέρον, με την συμμετοχή όλων των κατοίκων και των τάξεων του νησιού, των αστών, των ποπολάρων και των χωρικών, οι οποίοι το παρακολουθούσαν ανελλιπώς, πόνταραν στους συμμετέχοντες, παθιάζονταν μ’ αυτούς που υποστήριζαν και τους επευφημούσαν με φανατισμό, όταν νικούσαν.

 

 

 

 

 

 Η Γκιόστρα, μ’ άλλα λόγια, ήταν μια  μορφή εκτόνωσης, αλλά και επίδειξης δύναμης και συνδύαζε στον καιρό της το σημερινό ποδόσφαιρο και τις σύγχρονες παρελάσεις. Επιβλήθηκε μηχανικά από την επίσημη εξουσία, αποτέλεσε μέσον εδραίωσης της νέας τάξης πραγμάτων, καλλιέργησε το ιπποτικό πνεύμα και τα πρότυπα της φεουδαρχικής εποχής, αλλά με τον καιρό έγινε θέαμα λαοφιλές και αποτέλεσε, όπως πολλοί ξένοι περιηγητές αποθανάτισαν στα γραπτά τους, το μεγαλύτερο γεγονός της χρονιάς για το νησί, το οποίο με το πέρασμα του χρόνου πήρε και μια εικόνα πάνδημου πανηγυριού.

Οι ρίζες της ζακυνθινής Γκιόστρας

 Μετά την οριστική καταστροφή των αρχείων του νησιού, κατά την θεομηνία του σεισμού του Αυγούστου του 1953 και της φωτιάς που τον ακολούθησε, είναι δύσκολο να εντοπίσουμε τις απαρχές της Γκιόστρας της Ζακύνθου. Πολλοί ερευνητές, όπως η Γλυκερία Πρωτοπαπά - Μπουμπουλίδου, την τοποθετούν στα μέσα του 17ου αιώνα, οπότε έχουμε και την πρώτη, γνωστή, γραπτή μαρτυρία, αλλά άλλοι νεώτεροι και πιο σχετικοί με τον ιόνιο χώρο αμφισβητούν αυτήν την άποψη και ανάγουν πολύ παλιότερα το ξεκίνημα των έφιππων αυτών αγώνων, όπως ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο οποίος ισχυρίζεται πως αφού στην γειτονική Κεφαλονιά βρέθηκε έγγραφο, το οποίο χρονολογείται στα 1548, θα πρέπει και στην Ζάκυνθο να υπήρχαν από την ίδια εποχή ανάλογες δραστηριότητες. Με την άποψή του συμφωνούν και όλοι οι ιστορικοί της Ζακύνθου, όπως ο Ερμάννος Λούντζης, ο Παναγιώτης Χιώτης, ο Λεωνίδας Ζώης και ο Ντίνος Κονόμος, αλλά και ο κεφαλλονίτης Ηλίας Τουμασάτος. Πολύτιμη είναι και η μαρτυρία του Λεωνίδα Ζώη, ο οποίος στο «Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου», το οποίο συνέγραψε και εκδόθηκε μετά το θάνατό του, μας πληροφορεί πως στις αρχές του 16ου αιώνα και συγκεκριμένα το 1504, έγιναν ιππικοί αγώνες στο χωριό Γαϊτάνι, στους οποίους νικητής αναδείχθηκε ο κάτοικος του χωριού Στ. Ακτύπης. Άρα από τότε η Γκιόστρα ήταν γνωστή στη Ζάκυνθο και αποτελούσε τρόπο έκφρασης των κατοίκων της.

 Ίσως η πληροφορία, η οποία μπέρδεψε τους διάφορους ερευνητές είναι αυτή που εδραιώνει επίσημα την Γκιόστρα στο νησί και της δίνει κρατικό χαρακτήρα. Σίγουρα το αγώνισμα προϋπήρχε. Ιππηλάσια γίνονταν από πολύ παλιά στη Ζάκυνθο, αλλά τότε η Βενετική Κυβέρνηση διαχειρίζεται η ίδια, για ευνόητους λόγους, την υπόθεση και δίνει στο γεγονός ιδιαίτερη σημασία και μεγαλοπρέπεια.

 Την πολύτιμη αυτή είδηση μας την διασώσει ο Σπυρίδων Δε Βιάζης, τονίζοντας μάλιστα πως «η ίδρυσις του αγώνος τούτου εγένετο εις παλαιάν εποχήν, συνέστη δε κατ’ αίτησιν των ευγενών». Σύμφωνα με τις πληροφορίες του στις 29 Ιανουαρίου του 1656 ο Capitan General (Γενικός Αρχηγός) των νησιών Λάζαρος Μοτσενίγος επικύρωσε την με ημερομηνία 20 Απριλίου 1651 διάταξη του Proveditore Generale (Γενικού Προβλεπτού) Ιωάννου Αντωνίου Ζένζια, σύμφωνα με την οποία η Κοινότητα λάμβανε κάθε χρόνο τριάντα δύο ρεάλια, για να αγοραστούν τα έπαθλα, τα οποία δίδονταν στους νικητές της Γκιόστρας.
 
 Το ότι στο νησί γίνονταν ιππικοί αγώνες πριν την επίσημη καθιέρωσή τους, το 1656, μας το επιβεβαιώνει και η έκδοση  στην Βενετία, δέκα χρόνια πριν, το 1646, της «Ευγένας» του Θεόδωρου Μοντσελέζε, η οποία είναι, εκτός των άλλων, και μια εκτεταμένη περιγραφή Γκιόστρας, η οποία καταλαμβάνει σχεδόν όλο το κείμενο. Από τα τοπωνύμια όπου υπάρχουν στην «Ευγένα» είναι σίγουρο πως η υπόθεσή της διεξάγεται στη Ζάκυνθο.

 

 

Οι τόποι διεξαγωγής του αγωνίσματος

 Η Γκιόστρα της Ζακύνθου φαίνεται να ακολουθεί την ιστορία και την εξέλιξη της πόλης. Αρχικά, όταν η πρωτεύουσα του νησιού βρισκόταν, για λόγους ασφάλειας, μέσα στο Κάστρο, πάνω ακριβώς από την σημερινή νεώτερη, η διεξαγωγή των αγώνων γινόταν ακριβώς δίπλα από αυτήν, στην θέση Αρίγκος, στο προάστιο Μπόχαλη. Εκεί από τα αρχαία χρόνια βρισκόταν στάδιο 780 αγγλικών ποδών, στα δύο άκρα του οποίου υπήρχαν χτισμένοι ναοί αφιερωμένοι στον Απόλλωνα και την Αφροδίτη. Στον τόπο αυτό γίνονταν κάθε χρόνο και άλλοι αγώνες. Στο ίδιο μέρος κατά την περίοδο της Ενετικής Κυριαρχίας, αλλά και προηγούμενα, κηρύσσονταν οι διάφορες δικαστικές και διοικητικές αποφάσεις. Η ετυμολογία του ονόματος προέρχεται, σύμφωνα με τον Ζώη, από το ρήμα «arigare», το οποίο σημαίνει «δημηγορώ».

 Αργότερα, όταν κυρίως λόγω του εμπορίου της σταφίδας και της έλλειψης των θαλάσσιων κινδύνων, η πόλη κατεβαίνει στον Αιγιαλό και την σημερινή της θέση, η Γκιόστρα διεξάγεται στην κεντρική της οδό, στην πολυσύχναστη και εμπορική «Πλατεία Ρούγα» και συγκεκριμένα στο τμήμα της που οριζόταν μεταξύ των εκκλησιών της Ευαγγελίστριας και της Αναλήψεως, όπου ήταν και το τέρμα των αγώνων.

 Μεγάλη ήταν η φροντίδα για την διακόσμηση της περιοχής αυτής. Οι στοές, οι οποίες, όπως και σήμερα, υπήρχαν στις δύο πλευρές του δρόμου στολίζονταν με μυρτιές, δάφνες, στεφάνια, άνθη και σημαίες. Από τα μπαλκόνια και τα παράθυρα κρέμονταν πολύτιμοι και πολύχρωμοι τάπητες, φαναράκια και άλλα στολίδια. Επίσης αυτήν την ημέρα και για την διεξαγωγή της Γκιόστρας και μόνο αφαιρούσαν από τα παράθυρα τις περιοριστικές τσελουτζίες, οι οποίες ήταν σιδερένια πλέγματα, τα οποία επέτρεπαν στον κλεισμένο τότε στο σπίτι γυναικείο πληθυσμό να βλέπει προς τον δρόμο, δίχως να διακρίνεται από τους περαστικούς. Ήταν οι εποχές που η γυναίκα περιοριζόταν στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της και ο πατέρας - αφέντης είχε πάνω της κάθε δικαίωμα. Γι’ αυτό το λόγο παρότι οι τσελουτζίες απομακρύνονταν, έστω και για λίγες ώρες, τα πρόσωπα του ωραίου φύλλου, το οποίο μόνο τότε μπορούσε να βγει στα παράθυρα και τα μπαλκόνια, έμεναν καλυμμένα, μια και όλες οι γυναίκες ήταν υποχρεωμένες να φορούν τις μεταξωτές μπαούτες (μάσκες), οι οποίες, ως ένα σημείο, επειδή η κοινωνία ήταν κλειστή και καθένας γνώριζε τον τόπο κατοικίας του άλλου, κρατούσαν την απαραίτητη για τα ήθη και τις αντιλήψεις της εποχής ανωνυμία. Παρ’ όλα αυτά πολλοί έρωτες ξεκινούσαν την ημέρα της Γκιόστρας.

 

 

 Χαρακτηριστική είναι η σχετική περιγραφή που κάνει ο συγγραφέας Διον. Ρώμας στον «Θρήνο της Κάντιας» του πολύτιμου και πολύτομου «Περίπλου» του και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Η κοίμηση της Σιγούρας» για το σκηνικό της διεξαγωγής της Γκιόστρας στην πόλη της Ζακύνθου και το πανηγυριώτικο κλίμα της: «Μαύρα τα βόλτα της ρούγας, δεξιά ζερβά, σα μερμηγκοφωλιές. Αμέτρητες οι μάσκαρες - αρσενικές, θηλυκές - αλλά και “ανθρώποι με τσου μούτρους που τσούδωκεν ο Θέος” μπαινοβγαίνανε στις ταβέρνες και τα μικρομάγαζα, που πουλούσανε καρναβαλίσιες μουτσούνες, τρακατρούκες και ζαχαρόκουκα.

Κάθε λίγα μέτρα, στην πρόχειρα στημένη φουφού του, κάποιος πλανόδιος τηγάνιζε “φιτούρες”, ενώ άλλοι παρακάτω διαλαλούσανε το “παστέλι γλυκό σα μέλι” και τον πατσά με την πλούσια “απολαδία”. Μεγάλη πέραση στα παιδιά είχε ένας άλλος, που περιφερότανε κρατώντας ένα ψηλό καλάμι που γύρωθέ του, σαν το φίδι του Ιπποκράτη, ήταν τυλιγμένο το δίχρωμο γλυκό μαντζούνι. Οι πατεράδες το τρατάρανε στα μυξιάρικά τους με τον πόντο. Τη μεγαλύτερη όμως “πιάση” την είχανε οι έμποροι … της τύχης. Αυτοί πουλούσανε στον κοσμάκη νούμερα, που ο πελάτης διάλεγε με το χέρι του, στα τυφλά, μέσα από κλεισμένη σακούλα. Ύστερα ο “μπανκιέρης” έψαχνε σε μια λίστα και σούλεγε τι κέρδιζε το νούμερο που σου “βγήκε”. Τα κέρδητα ήτανε λογής - λογής μπαγκατέλες: από φιόγκους για μαλλιά, ίσαμε φιούμπες για τα σκαρπίνια. […] Τόρτσες, φανάρια και βεγγαλικά περιμένανε να  σκοτεινιάσει για να φωτίσουνε, άλλα με τη μελιά τους φλόγα κι άλλα με τις παρδαλές κι αστραφτερές τους μαρμαρυγές, τη στερνή τιμητική παράτα του νικητή».

 

Η ημέρα τέλεσης της Γκιόστρας ήταν πάντα η Πέμπτη της Τυροφάγου.
 

 

 

Τα είδη της Γκιόστρας

 Δύο ήταν τα είδη της Γκιόστρας, τα οποία γίνονταν τα τελευταία χρόνια και μετά την κατάργηση της κατά μέτωπο σύγκρουσης των ιπποτών, η οποία πρέπει να διεξαγόταν και στην Ζάκυνθο τα παλιότερα χρόνια. Η πρώτη είναι η Γκιόστρα του δαχτυλιδιού (giostra dell’ annello). Σ’ αυτήν οι έφιπποι ανταγωνιστές δεν καλούνταν να αναστρέψουν ο ένας τον άλλον από το άλογο, αλλά προσπαθούσαν να διαπεράσουν με την αιχμή του κονταριού τους ένα δαχτυλίδι, το οποίο κρεμόταν από έναν πάσσαλο, που βρισκόταν στην άκρη του σταδίου. Το δαχτυλίδι αυτό είχε δύο ή τρεις δακτυλίους, με διαφορετικό μέγεθος για καθέναν από αυτούς, έτσι ώστε να υπάρχει και διαφορετικός βαθμός δυσκολίας. Οι ιππότες θα έπρεπε να κρατήσουν το δαχτυλίδι, το οποίο έπαιρναν, κρεμασμένο από το κοντάρι τους και να το επιδείξουν στην ελλανόδικο επιτροπή, μπρος από την οποία χαμήλωναν το κοντάρι με τον κρεμασμένο κρίκο και σημειώνονταν η βαθμολογία τους.

 Οι συμμετέχοντες αγωνιστές είχαν την ευκαιρία για τρεις προσπάθειες. Κάθε φορά που κάποιος κέρδιζε ο γραμματέας σημείωνε μια κάθετη γραμμή δίπλα από το όνομά του. Κατά την ώρα που είχε προσδιοριστεί και μετά το τέλος των αγώνων γινόταν η άθροιση των κάθετων γραμμών και σε κάθε έναν τοποθετείτο έναν σταυρός, σαν σημείο επιτυχίας.
Υπήρχαν συγκεκριμένοι κανόνες για την απονομή της βαθμολογίας, οι οποίοι ήταν οι εξής:

    Ο παίκτης μηδενίζονταν:
1. Αν σπάσει το ακόντιό του ή πέσει από το άλογό του ή του φύγουν οι αναβολείς από τα πόδια ή πέσει το καπέλο ή το σπαθί του ή λυθεί μέρος της σαγής του αλόγου του.
2. Αν ξεκινήσει πρόωρα και πριν ακουστεί η σάλπιγγα.
3. Αν ξεκινήσει πριν από την σειρά που είναι γραμμένος στον κατάλογο.

    Αν είχε επιτυχία και αποσπούσε τον κρίκο έπαιρνε τους παρακάτω βαθμούς:
1. 3 βαθμούς, αν το ακόντιο περνούσε από τον κεντρικό κύκλο.
2. 2,5 αν περνούσε ανάμεσα στον πρώτο και δεύτερο κύκλο.
3. 2 αν περνούσε από τον δεύτερο.
4. 1,5 αν περνούσε ανάμεσα στον δεύτερο και τρίτο κύκλο.
5. 1 αν περνούσε από τον τρίτο κύκλο.
6. 0 αν χτυπούσε από την εξωτερική πλευρά του δαχτυλιδιού.

    Ο γύρος επαναλαμβανόταν με απόφαση του στρατοπεδάρχη και απόφαση των ελλανοδικών στις παρακάτω περιπτώσεις:
1. Αν αφήνιαζε το άλογο του συμμετέχοντος ιππότη.
2. Αν παρουσιαζόταν αιφνίδιο εμπόδιο στην διαδρομή του.
3. Αν το πλήθος φώναζε υπερβολικά.

 

 

 Το δεύτερο είδος είναι η Γκιόστρα του Σαρακηνού (Giostra del Saracino). Σ’ αυτήν οι διαγωνιζόμενοι έφιπποι θα έπρεπε να λογχοβολήσουν ένα φτερό που βρισκόταν στο καπέλο ενός ξύλινου ομοιώματος ανθρώπου, το οποίο ονομάζονταν Mascaron Moro και στην ουσία απεικόνιζε έναν Σαρακηνό.

 Η αιτία ύπαρξης αυτού του ανδρείκελου είχε βαθιές, ιστορικές ρίζες. Στις αρχές του 9ου μ. Χ. αιώνα οι Σαρακηνοί, δια μέσου της Σικελίας, είχαν εισβάλει στην Μεσόγειο. Οι φοβερές επιδρομές τους, τους είχαν καταστήσει φόβητρο σε όλη την περιοχή, κατά την περίοδο του Μεσαίωνα. Στην εποχή της Γαληνοτάτης εκτός από τους Σαρακηνούς πειρατές υπήρχε και ένας άλλος εχθρός, εξίσου επιζήμιος και επίφοβος, ο οποίος προέρχονταν από την Ανατολή. Ήταν οι Οθωμανοί, οι οποίοι απειλούσαν την Ευρώπη και στερούσαν από την Βενετία πολλά μεγάλα λιμάνια. Αυτοί μάλιστα ήταν αλλόθρησκοι και βάρβαροι για τα δυτικά δεδομένα. Επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως και τα Επτάνησα ειδικότερα υπέφεραν και από τις δύο παραπάνω απειλές. Στα τέλη του 15ου αιώνα είχαν γνωρίσει μια σύντομη, αλλά αιματηρή οθωμανική κατοχή, αλλά πολλές φορές είχαν δεχτεί και επιδρομές Σαρακηνών πειρατών και Τούρκων. Έτσι ο «Σαρακηνός», ο «άπιστος», ο «μαύρος», ο «Οθωμανός» ήταν ο χειρότερος εχθρός για την  Ευρώπη, στην οποία ανήκε και η Ζάκυνθος, κυρίως σαν διαφορετικός και απόκοσμος. Αυτός αποτέλεσε το εξιλαστήριο θύμα στην εξέλιξη της Γκιόστρας, το οποίο αντικατέστησε τον ανθρώπινο αντίπαλο με ένα εικονικό ομοίωμα του νεώτερου εχθρού.

 

 

Η εγγραφή των ιπποτών και η έναρξη του αγωνίσματος

 Οι ιππότες οι οποίοι επιθυμούσαν να λάβουν μέρος στο αγώνισμα της Γκιόστρας παρουσιάζονταν πρώτα μπρος στους συνδίκους και γράφονταν σε σχετικό βιβλίο από τον γραμματέα.
 Στον δρόμο προς το στάδιο, όπου συνοδεύονταν από συγγενείς και φίλους, έπρεπε να τηρούν την τάξη και τη σειρά με την οποία έγινε η εγγραφή τους, για να μην υπάρχει κατά την έναρξη της Γκιόστρας φιλονικία για τα πρωτεία.

 Η έναρξη του αγωνίσματος αναγγελλόταν από τον τεταγμένο σαλπιγκτή και όλοι οι ιππείς έπρεπε να παρευρίσκονται σε αυτήν απαραίτητα, διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να πάρουν μέρος στον αγώνα. Αν φορούσαν μάσκα, όπως συχνά γινόταν, όφειλαν να την βγάλουν και να αποκαλύψουν στους κριτές και το κοινό την ταυτότητά τους. Χαρακτηριστική περιγραφή της ενδυμασίας τους μας δίνει ο ιστορικός Σπυρίδων Δε Βιάζης σ’ ένα πολύτιμο κείμενό του. Σύμφωνα μ’ αυτό όλοι οι ιππείς παρουσιάζονταν «φέροντες μεταξίνην ασθήτα μέχρι των γονάτων, με κομβία έμπροσθεν από άνω έως κάτω, μετά μεταξωτού περιωμίου καθήκοντος από του δεξιού ώμου μέχρι του αριστερού πλευρού και απολήγοντος εις θύσσανον, με ξίφος εις το πλευρόν, με μεταξωτάς περικνημίδας».

 Στην Γκιόστρα παρευρισκόταν και την παρακολουθούσαν με ζήλο όλοι οι εκπρόσωποι των αρχών του τόπου,  οι οποίοι τοποθετούνταν γι’ αυτό το σκοπό στα παραθύρια των διαφόρων γειτονικών σπιτιών για να δουν από κοντά την διεξαγωγή των αγώνων. Στο ξύλινο βάθρο όπου στηνόταν στον χώρο ανέβαιναν μόνο οι κριτές και ο γραμματέας.


 

 

Τα έπαθλα

 Σαν έπαθλο στον πρώτο νικητή της Γκιόστρας της Ζακύνθου δινόταν ένα αργυρό ξίφος και στον δεύτερο ένα ζευγάρι ασημένιων πτερνιστήρων. Πολλές φορές όμως δίνονταν και στους δύο ξίφη, αλλά αυτό του πρώτου ήταν πολυτελέστερο και ακριβότερο. Συχνά τιμούσαν και τον πρώτο επιλαχόντα με ένα λουλούδι. Αυτό όμως ήταν στην κρίση του προέδρου και κριτή του αγώνα, ο οποίος εκαλείτο Maestro di Campo.

 Τα  έπαθλα δίνονταν στους νικητές από τον Προβλεπτή του νησιού, με εντολή του Maestro di Campo. Το πλήθος επευφημούσε και χειροκροτούσε αυτόν που είχε κερδίσει, ενώ την ίδια στιγμή οι καμπάνες από τα ψηλά καμπαναριά των πολλών εκκλησιών «τση Χώρας» σήμαιναν χαρμόσυνα, ακούγονταν μουσικοί παιάνες και καίγονταν φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα.   
Οι φίλοι και οι γνωστοί του πρωτεύσαντος τον οδηγούσαν με πομπή στο αρχοντικό του, όπου εκεί αυτός τους παρείχε πλούσιο δείπνο με ακριβά εδέσματα και μουσικά όργανα. Πολλές φορές η επινίκια γιορτή κρατούσε και την επόμενη ημέρα.

 

 

Το αξίωμα του Maestro di Campo

 Το αξίωμα του Maestro di Campo (Ελλανοδίκη) ήταν ένα από τα μεγαλύτερα και πιο τιμητικά την εποχή εκείνη και εθεωρείτο άξιο πολλού λόγου. Η εκλογή του ήταν ετήσια και γινόταν από το Μεγάλο Συμβούλιο, δυνάμει διατάξεως της 23ης Ιανουαρίου 1694. Για το λόγο αυτό όποιος το έφερε είχε ιδιαίτερη έδρα για να κάθετα στο Μεγάλο Συμβούλιο, όσο διαρκούσε η συνεδρία και έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης απ’ όλους τους συμπολίτες του.

 Δικές του ήταν οι δαπάνες όλης της τελετής. Μεταξύ αυτών που έφεραν κάθε χρονιά αυτό το αξίωμα υπήρξε μεγάλος συναγωνισμός και παραδειγματική άμιλλα για το ποιος θα διοργανώσει την καλύτερη και πλουσιότερη Γκιόστρα. Για το λόγο αυτό πολλοί παραιτούντο από το αξίωμά τους, λόγω των μεγάλων δαπανών που βάραιναν τον οικογενειακό κορβανά τους. Γι’ αυτό στις 21 Ιανουαρίου 1703 οι σύνδικοι Νικόλαος Μοτσενίγος, Νικόλαος Γαήτας και Ιωάννης Κοκκίνης πρότειναν στο Συμβούλιο αυτοί που εκλέγονταν για το αξίωμα να μην μπορούν να παραιτηθούν και αν τυχόν επέμεναν, να μην έχουν το δικαίωμα να λάβουν μέρος, με οποιονδήποτε τρόπο, στο Συμβούλιο. Συγχρόνως ο εκλεγείς να μην μπορεί να δαπανήσει ποσό περισσότερο των εκατό δουκάτων για την διεξαγωγή της Γκιόστρας και αν αυτό το υπερβεί να ισχύει η ίδια παραπάνω ποινή.

 

 


 Μετά από σύσκεψη των κηνσόρων Αντωνίου Κομούτου και Αντωνίου Κούρτσολα και αφού έγινε η από το νόμο ψηφοφορία, η πρώτη πρόταση έλαβε 68 ψήφους υπέρ και 11 κατά και η δεύτερη 66 υπέρ και 18 κατά. Έτσι πήρε τη μορφή νόμου.

 Στη συνέχεια της συνεδρίας ο Ιωάννης Κοκκίνης πρότεινε τα έξοδα της Γκιόστρας να μην καταβάλλονται μόνο από τον Maestro di Campo, αλλά να συνεισφέρουν όλοι οι ευγενείς, αυτός δε που λήγει η θητεία του να μην μπορεί να επανεκλεγεί για μια δεκαετία. Η πρόταση απορρίφθηκε με 31 ψήφους υπέρ και 48 κατά.

 Λίγα χρόνια αργότερα οι νόμοι για το αξίωμα του Maestro di Campo γίνονται ακόμα αυστηρότεροι. Στην συνεδρία του Μεγάλου Συμβουλίου της 8ης Ιανουαρίου 1711 οι Σύνδικοι Κωνσταντίνος Γαήτας, Θωμάς Μοτσενίγος και Σταματέλος Καπνίσης πρότειναν πως οι κατά καιρούς Ελλανοδίκες θα έπρεπε να ενδύονται χωρίς την πολυτέλεια του χρυσού και του αργύρου, να έχουν την ακολουθία δύο μόνον «λακέ», οι οποίοι και αυτοί δεν θα είναι ενδεδυμένοι με πολυτέλεια και να μην δαπανούν πολλά χρήματα σε ζαχαρωτά και άλλα σχετικά. Η πρόταση όριζε πως ο παραβάτης θα στερείται από κάθε δικαίωμα συμμετοχής στο Συμβούλιο για μια δεκαετία. Έγινε δεκτή με 126 ψήφους υπέρ και 11 κατά. Έτσι έγινε και αυτή νόμος. Με τον τρόπο αυτό ήταν ευκολότερη η εκλογή του Maestro di Campo, μια και το αξίωμα δεν ήταν πια πολυέξοδο και οι εκλεγέντες δεν παρατιόνταν από αυτό, όπως παλιότερα.

 

 

Η κατάργηση της επίσημης Γκιόστρας

 Οι αγώνες της Γκιόστρας τελούνταν στην Ζάκυνθο με όλη την επισημότητα, έστω και με τα οικονομικά προβλήματα των Ελλανοδικών, μέχρι το καρναβάλι του 1739. Την επόμενη χρονιά, το 1740, είχαν αρχίσει από νωρίς οι προετοιμασίες για την οργάνωσή τους, αλλά ο (τυχαίος;) φόνος του Συνδίκου Πέτρου Μακρή από τον νεαρό άρχοντα Μαρίνο Δε Λάζαρη τους ματαίωσε.

 Στην ουσία η κατάργηση αυτή φαίνεται να αφορούσε μόνο την μεγάλη, την επίσημα διοργανωμένη από την πολιτεία Γκιόστρα της Πλατείας Ρούγας. Ίσως μάλιστα ο φόνος του Συνδίκου Μακρή να μην ήταν η αιτία, αλλά η αφορμή. Ο Διονύσιος Βαρβιάνης στα πολυσυζητημένα «Χρονικά» του, τα οποία κάηκαν κατά την θεομηνία του Αυγούστου του 1953, σύμφωνα με πληροφορία του Σπυρίδωνος Δε Βιάζη, ο οποίος, ερευνώντας, τα διάβασε, μας γνωρίζει πως δεκατέσσερα  χρόνια μετά την επίσημη κατάργηση, το 1754, διοργανώθηκε Γκιόστρα από τον κόμη Βεντουρή Καπνίση, στο κτήμα του στο χωριό Άγιος Κήρυκος (Αγγερυκός).

 Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως η διεξαγωγή Γκιόστρας σε αγροικίες ευγενών ήταν φαινόμενο συνηθισμένο στην Ζάκυνθο, από τα πολύ παλιά χρόνια. Στα συμπέρασμα αυτό μας οδηγεί η από τον Παναγιώτη Χιώτη πρωτοδημοσιευμένη απονομή, από τον Κάρολο τον Ε΄, του τίτλου του ιππότη, το 1535, στον ζακυνθινό Μιχαήλ Καλόφωνο, σύμφωνα με την οποία ο παραπάνω τιμηθείς είχε το δικαίωμα, εκτός των άλλων, να διοργανώνει και Γκιόστρες. Το αξίωμα του ιππότη παραχωρήθηκε στον Μιχαήλ Καλόφωνο για την συμμετοχή του στην σημαντική μάχη της Κορώνης το 1532.

 

 

Γκιόστρες για επετείους

 Εκτός από την περίοδο της Αποκριάς και τις περιπτώσεις γιορτών ή διασκεδάσεων στις επαύλεις των ευγενών, Γκιόστρες διοργανώνονταν στο νησί και με την ευκαιρία διαφόρων επετείων. Και στον τομέα αυτό δηλαδή η Ζάκυνθος ακολουθούσε το παράδειγμα της κοσμοκράτειρας πρωτεύουσάς της, της πλωτής πόλης της Βενετίας.

 Μια μαρτυρία για διοργάνωση Γκιόστρας την 1η Μαΐου, ημέρα της επετείου της προσάρτησης της Ζακύνθου στην Γαληνοτάτη, μας παρέχει ο άγγλος περιηγητής Tomas Dallam στο βιβλίο του «The diary of master Tomas Dallam (1599 - 1600)», το οποίο εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1893.

Ο Dallam, απεσταλμένος της βασίλισσας της χώρας του Ελισάβετ, ξεκινά από το Λονδίνο στις 5 Φεβρουαρίου του 1599, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη, συνοδεύοντας ένα μουσικό όργανο, «πολύτιμο και πρωτότυπης κατασκευής», το οποίο ήταν δώρο της πατρίδας του στον τότε σουλτάνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 Όπως ήταν φυσικό, πέρασε από το νησί της Ζακύνθου, σκάλα που σ’ αυτήν έκαναν απαραίτητα στάση όλοι σχεδόν οι περιηγητές ή οι προσκυνητές, που προορισμό τους είχαν τους Αγίους Τόπους και στις 19 του ίδιου μήνα άραξε για λίγο στο πολύβουο λιμάνι της.

 Έναν χρόνο αργότερα, τον Γενάρη του 1600, επιστρέφει και πάλι στο Τζάντε, αυτήν την φορά αναζητώντας καράβι για να επιστρέψει στην Αγγλία και μένει κάμποσο καιρό σ’ αυτό, όχι μόνο επειδή κρατήθηκε αρκετές μέρες στο Λαζαρέττο (Λοιμοκαθαρτήριο), μια και αυτήν την φορά ερχόταν από την Ανατολή, η οποία ήταν πάντα απειλητική και επικίνδυνη, αλλά και επειδή, απ’ ότι φαίνεται, δεν ήταν εύκολο να βρει πλοίο για τον γυρισμό του στην χώρα του. Έτσι την Πρωτομαγιά αυτής της χρονιάς (1600) βρίσκεται ακόμα στη Ζάκυνθο και παρακολουθεί μια Γκιόστρα, την οποία μας την περιγράφει και μας την διασώζει.

 Παρατηρώντας τα τεκταινόμενα με μια ματιά αποικιοκράτη και πρωτευουσιάνου, γεγονός που διακρίνεται έντονα στα περισσότερα σημεία της γραφής του, βρίσκει του ιππικούς αυτούς αγώνες απλοϊκούς και ελάχιστα στοιχεία μας παρέχει για την διεξαγωγή τους. Μας διασώζει μόνο πως τα όπλα των ζακυνθινών δεν ήταν τίποτε άλλο από βαρελόδουγιες και κοντοράβδια και πως τα παιγνίδια ήταν ξύλινες κολώνες από σακιά άμμο.

 Σημασία, πάντως, έχει πως από το κείμενό του έχουμε μια πολύτιμη μαρτυρία για διεξαγωγή Γκιόστρας πριν το 1656, οπότε τα αγώνισμα πήρε επίσημη και κρατική μορφή από τον Λάζαρο Μοτσενίγο και πως οργανωνόταν και σε άλλες περιπτώσεις, εκτός Καρναβαλιού, για να τιμηθούν μεγάλοι επέτειοι και σημαντικά γεγονότα.

 Για την σημασία της γιορτής της 1ης Μαΐου για την Ζάκυνθο πολύτιμη είναι η πληροφορία όπου μας παρέχει ο Λεωνίδας Χ. Ζώης στην «Ιστορία» του και μας γνωρίζει πως ο κάθε Προβλεπτής του νησιού προσπαθούσε να υπερβεί τον προκάτοχό του στην μεγαλοπρέπεια του εορτασμού. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, αυξάνονταν τα κρατικά έξοδα. Έτσι, με διαταγή των Συνδίκων, από την 1η Ιουλίου του 1515, ορίστηκε να μην υπερβαίνει η δαπάνη το ποσό των 150 υπέρπυρων.

 

 

 

Μια αναβίωση την εποχή της Αγγλοκρατίας

 Φαίνεται πως παρά την επίσημη απαγόρευσή της η Γκιόστρα συνέχιζε να είναι αγαπητή από τους κατοίκους της Ζακύνθου. Για το λόγο αυτό έχουμε μια προσπάθεια επαναφοράς της, επί Αγγλοκρατίας, το 1835. Τις σχετικές πληροφορίες μας τις παρέχει ο Ανδρέας Γαήτας σε πολύτιμο κείμενό του, το οποίο δημοσιεύθηκε από τον Ντίνο Κονόμα στον έκτο τόμο, «Λαογραφικά», της σειράς του «Ζάκυνθος πεντακόσια χρόνια (1478 - 1978)».

 Η πρωτοβουλία για την διοργάνωση αυτής της Γκιόστρας ανήκει στον Άγγλο Τοποτηρητή του νησιού Λόνγκλεη και στην σύζυγό του. Στην αναμέτρηση θα λάβαιναν μέρος όσοι κύριοι του τόπου ήθελαν, Ζακύνθιοι και Άγγλοι, «αναμίξ», όπως χαρακτηριστικά σημαιώνει και τονίζει ο Γαήτας. Τόπος διεξαγωγής της δεν ήταν πια το κέντρο της πόλης, η Πλατεία Ρούγα, αλλά το Κρυονέρι, το οποίο είναι προάστιό της. Μια άλλη καινοτομία ήταν πως η αναβίωση του «ιππηλασίου» δεν είχε σχέση με το Καρναβάλι, όπως γινόταν για αιώνες παλιότερα, αλλά με την γιορτή του στρατιωτικού Αγίου Γεωργίου. Για το λόγο αυτό οι αγώνες πραγματοποιήθηκαν στις 22 και 23 του Απριλίου, με την ευκαιρία της γιορτής του Μεγαλομάρτυρα.

 Κοντά στην ιστορική βρύση του Κρυονεριού, η οποία για χρόνια ανεφοδίαζε τα διερχόμενα καράβια, στήθηκε η μεγάλη ξύλινη εξέδρα, όπου θα ανέβαιναν οι αρχές και οι καλεσμένες κυρίες. Στις δύο μεριές του δρόμου τοποθετήθηκαν εξέδρες για τους θεατές και των δύο φύλων. Η κατασκευή με τον κρίκο στήθηκε μπροστά από την ιστορική και ως σήμερα υπάρχουσα εκκλησία του Εσταυρωμένου.

 Καθένας από τους αγωνιζόμενους θα έπρεπε να αναπαραστήσει κάποιον διάσημο ιππότη του Μεσαίωνα και η στολή του θα έπρεπε να ήταν ανάλογη με αυτήν που φορούσε ο ήρωας που υποδυόταν. Επίσης θα έπρεπε να διαλέξει την κυρία, για χάρη της οποίας θα αγωνιζόταν. Αυτή σε αντάλλαγμα θα του πρόσφερε τα χρώματά της και την σάρπα της, την οποία θα έφερε ο αγωνιζόμενος κατά την διάρκεια της διεξαγωγής της αναμέτρησης.

 Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν μεγάλη και την παρακολούθησαν χιλιάδες λαού, σε ανάμνηση της παλιάς δόξας του νησιού. Από τους ντόπιους έλαβαν μέρος στην αναβιούμενη και καθαρά θεατρική Γκιόστρα ο Αντώνιος Μιχλίτσης, ο Γεώργιος Καψοκέφαλος, ο Χρυσοπλεύρης Κουερίνος, ο Διονύσιος Μάτεσις, ο Διονύσιος Κ. Δραγώνας, ο Δημήτριος Γαήτας και άλλοι, τους οποίους ο Ανδρέας Γαήτας μας πληροφορεί πως δεν θυμάται, παρότι ήταν αυτόπτης μάρτυς του γεγονότος.

        Προηγήθηκε μεγάλη πομπή, η τάξη της οποίας ήταν η εξής:

1ον. Ένας λόχος επιλέκτων του 11ου Συντάγματος.
2ον. Η μουσική του Συντάγματος.
3ον. Οι ιονικές σημαίες.
4ον. Ο κήρυκας.
5ον. Δύο υπασπιστές.
6ον. Ο Λόρδος Στρατάρχης.
7ον. Άλλοι δύο υπασπιστές.
8ον. Οι ιππότες ανά δύο.
9ον. Απόσπασμα του Βασιλικού Πυροβολικού.
10ον. Η άμαξα του Τοποτηρητή.
11ον. Η άμαξα του Έπαρχου.
12ον. Η άμαξα του Ταγματάρχου.
13ον. Η άμαξα της Επιτροπείας.
14ον. Η άμαξα των Κριτών.
15ον. Οι άμαξες των ιδιωτών.


 Αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα με την εκδοθείσα προκήρυξη το βραβείο στους νικητές δόθηκε από την «Βασίλισσα του ιππικού αγωνίσματος». Οι αγώνες αυτοί δεν φαίνεται να επαναλήφθηκαν άλλη χρονιά.

 

 

Άλλες προσπάθειες αναβίωσης

 Μετά από την Γκιόστρα  του Κρυονεριού έγιναν και άλλες προσπάθειες αναβίωσης, σε διαφορετικές, όμως, μορφές. Ο ίδιος ο Ανδρέας Γαήτας, στο κείμενο που προαναφέραμε, το επιβεβαιώνει και μας πληροφορεί πως ιπποδρομίες έγιναν και μεταγενέστερα στην πεδιάδα, δίπλά από την λίμνη του Μακρή, τις οποίες παρακολουθούσαν με φανατισμό εκπρόσωποι από όλες τις κοινωνικές τάξεις του νησιού. Μας μεταφέρει μάλιστα πως κάθε φορά που οι Ζακυνθινοί νικούσαν τους Άγγλους, η επιτυχία αυτή έπαιρνε και εθνικό χαρακτήρα και ο λαός επευφημούσε τον πρωτεύσαντα συμπατριώτη του με κραυγές και χειροκροτήματα.

 Πολύτιμη είναι και η πληροφορία που αντλούμε από το πρόσφατα εκδοθέν από τους «Φίλους του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων» ημερολόγιο του Κεφαλλήνος Αντωνίου Μελισσηνού. Ο από το γειτονικό νησί προερχόμενος αυτός ερωτύλος βρισκόταν συχνά στην Ζάκυνθο για τα μάτια της όμορφης αρχοντοπούλας Μαρίας - Αγγέλικας - Τερέζας - Γκαμπριέλας Λούντζη. Κατά την συνήθεια της εποχής και για να γεμίσει τον χρόνο του κρατούσε ημερολόγιο, το οποίο δημοσιεύθηκε από τον Γιάννη Α. Ανδριόλα το 2007. Σε μια από τις σελίδες του μας δίνει πληροφορίες για έφιππους αγώνες, οι οποίοι πραγματοποιήθηκαν στις 23 Ιουνίου του 1853. Σ’ αυτούς, σύμφωνα με τα γραφόμενά του, τον κάλεσαν να λάβει μέρος οι Γεώργιος Μελισσηνός και Δ. Μεσαλάς. Μας εξομολογείται, μάλιστα, πως συμφώνησε μαζί τους να μην λάβει μέρος το άλογό του στις δοκιμές, για να μην καταλάβουν οι άλλοι πόσο δυνατό είναι.

Με τον τρόπο αυτό ποντάροντας οι δύο φίλοι του σ’ εκείνον, θα κέρδιζαν το στοίχημα. Φαίνεται, όμως, πως όλη του η ικανότητα βρισκόταν μόνο στην φαντασία του. Έτσι, όπως ο ίδιος διηγείται, ενώ επέστρεφε έφιππος και γεμάτος καμάρι, το άλογό του αφήνιασε και άρχισε να τρέχει στον δρόμο σαν άνεμος. Μάταια προσπάθησε να το σταματήσει. Τότε, μπροστά στον κίνδυνο να τραυματιστούν άνθρωποι, πήδησε κάτω και ανάγκασε το ζώο να σταματήσει. Τραυματίστηκε, όμως, στο χέρι του και έτσι δεν πήρε μέρος στους αγώνες. Το σημαντικότερο από αυτήν την πληροφορία είναι πως οι ιππικοί αγώνες του νησιού παύουν να έχουν τον παλιό τους χαρακτήρα και μπαίνει και σ’ αυτούς το μικρόβιο του τζόγου.

 

 

Η λαϊκή μορφή της Γκιόστρας

 Μια άλλη μορφή της Γκιόστρας της Ζακύνθου είναι αυτή, που τα τελευταία χρόνια, γινόταν στα πλαίσια του πανηγυριού της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου, στο νότιο άκρο της πόλης. Αυτή είναι η λαϊκή μορφή του αγωνίσματος και πιθανόν η εξέλιξή του.

 Όσοι λάβαιναν μέρος στο αγώνισμα, άνθρωποι του λαού αυτή τη φορά, ξεκινούσαν από διαφορετικά σημεία της πόλης και κατέληγαν στην εορτάζουσα εκκλησία. Η ταχύτητα των αλόγων και η επιδεξιότητα των αναβατών τους είχαν πια αντικαταστήσει την αναμέτρηση, με την απόσπαση του κρίκου ή το χτύπημα του ανδρείκελου και το άλογο εδώ έπαιζε τον κυρίαρχο ρόλο, χωρίς να παρακάμπτεται και η ικανότητα του ιδιοκτήτη του.

 Διαφορετικό ήταν και το έπαθλο αυτών των αγώνων. Συνήθως ήταν μια καλοζυμωμένη πανηγυριώτικη κουλούρα, στολισμένη με καρύδια, αμύγδαλα, ζάχαρη και κουφέτα. Υπήρχαν, όμως, και περιπτώσεις που το βραβείο ήταν κάτι πιο ωφέλιμο και πρακτικό, όπως ένα ζευγάρι κάλτσες, ένα πουκάμισο, ένα ρολόι χειρός ή οτιδήποτε άλλο μπορούσε να φανεί χρήσιμο σ’ όποιον το κέρδιζε.

 Οι αγώνες αυτοί έγιναν για τελευταία φορά πριν την μεγάλη θεομηνία, τον Απρίλιο του 1953. Μετά καταργήθηκαν, μια και η εκκλησία του Πετρούτσου ισοπεδώθηκε όχι τόσο από τον εγκέλαδο και την πυρκαγιά, όπου την άφησαν σχεδόν άθικτη, όσο από την ανθρώπινη αδιαφορία και αδηφαγία των νεοελλήνων, οι οποίοι την ανατίναξαν για να την αφανίσουν και να την κάνουν οικόπεδα!
Παρόμοιοι αγώνες γίνονταν παλιότερα και στο χωριό Μέσο Γερακαρίο, την ημέρα της μνήμης του στρατιωτικού και σπαθοφόρου Αγίου Γεωργίου, στην ομώνυμη εκκλησία της κωμόπολης. Καταργήθηκαν και αυτοί μετά από ατύχημα.

 

 

Η Γκιόστρα στην τοπική λογοτεχνία

 Η Γκιόστρα της Ζακύνθου, απ’ όσα περιληπτικά γνωρίσαμε, ήταν το μεγαλύτερο γεγονός του χρόνου για το νησί. Αυτό μας το παραδίδουν, όπως προαναφέραμε, με τα γραπτά τους τόσο οι ντόπιοι ιστορικοί, όσο και οι διάφοροι περιηγητές, που πέρασαν από αυτό. Ήταν, λοιπόν, επόμενο σύντομα να περάσει και στην λογοτεχνική παραγωγή του νησιού, η οποία ήταν πάντα πλούσια, ποιοτική και πρωτοποριακή.

 Εκτεταμένη αναφορά στην Γκιόστρα γίνεται, όπως ήδη γνωρίσαμε, στην περίφημη «τραγωδία» του ζακυνθίου Θεόδωρου Μιντσελέζε, «Ευγένα». Σ’ αυτήν δεν παρουσιάζεται πουθενά το αγώνισμα, αλλά σε όλο σχεδόν το κείμενο γίνεται λόγος για την διεξαγωγή της.

 Επίσης από τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου, που μετά την πτώση του Χάνδακα το χειρόγραφο κείμενό μεταφέρθηκε στη Ζάκυνθο από τους πρόσφυγες Κρητικούς και αγαπήθηκε από τους ντόπιους, μόνο η σκηνή της Γκιόστρας του προτιμήθηκε και ακόμα και σήμερα παίζεται σαν «Ομιλία» (λαϊκό θέατρο δρόμου, συνήθως την περίοδο της Αποκριάς) κυρίως από τους κατοίκους του χωριού Σκουλικάδο.

 Αξίζει να σημειωθεί πως διασκευές της Γκιόστρας του «Ερωτόκριτου» έχουν γίνει αρκετές στο νησί, προσαρμοσμένες στο ντόπιο ιδίωμα και πως αυτές έχουν παιχτεί συχνά από λαϊκούς θιάσους. Μια αξιοσημείωτη περίπτωση συναντάμε στο χωριό Κοιλιωμένος, όπου η Γκιόστρα του «Ερωτόκριτου», του διαμαντιού αυτού της λαϊκής γλώσσας, έχει μεταφραστεί στην καθαρεύουσα.

 Στην Γκιόστρα αναφέρεται και ο «Τελευταίος Κόντες των ελληνικών γραμμάτων», ο Διον. Ρώμας. Στον πολύτομο και πολύτιμο «Περίπλου» του και συγκεκριμένα στον πρώτο τόμο του «Θρήνου της Κάντιας» ο κεντρικός του ήρωας,  ο Κέκος Νταβιτσέντσα, με τ’ άλογό του, την «Βιτσεντίνα», που καθόλου τυχαία έχει το όνομα της γαλέρας με την οποία κάποιος πρόγονός του είχε πάρει μέρος στην κοσμοϊστορική ναυμαχία της Ναυπάκτου, λαβαίνει μέρος στην ιππική αναμέτρηση και κερδίζει. Σπουδαία είναι η βασισμένη σε καθαρά ιστορικά στοιχεία λογοτεχνική γραφή του Ρώμα, η οποία επαληθεύει τα όσα μας διέσωσε ο Σπυρίδων δε Βιάζης και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό του πως η Τζαντιώτικη Γκιόστρα με το πέρασμα του χρόνου «απέβη πασών η επισημοτέρα ως αποκτήσασα πολλήν σημασίαν και προσελκύουσα εις την πόλιν πλήθος χωρικών και εξ αυτών των μάλλον απομεμακρυσμένων χωρίων των βουνών».

 Μια άλλη αναφορά των αγώνων της Γκιόστρας γίνεται στο εκτεταμένο διήγημα του Ανδρέα Α. Αβούρη, «Ο Αλαμάνος». Εδώ, μάλιστα, οι αγώνες της γίνονται αιτία γνωριμίας των δύο πρωταγωνιστών της μακάβριας ιστορίας, με την οποία ασχολήθηκαν και πολλοί άλλοι ζακυνθινοί λογοτέχνες, από τον Ελισαβέτιο Μαρτινέγκο, ως την σύγχρονη Μάχη Μουζάκη. Οι σκηνές αυτές δίνουν στον αναγνώστη την ερωτική διάσταση της Γκιόστρας και τονίζουν χαρακτηριστικά την αξιοπρόσεκτη αυτή εκδοχή της. Αξίζει να σημειωθεί πως η υπόθεση του έργο βασίζεται σε μια παλιά, αληθινή ντόπια ιστορία, η οποία ακόμα και σήμερα υπάρχει στα χείλη του ζακυνθινού λαού και δείχνει νοοτροπίες, ήθη και αντιλήψεις μιας άλλης, σκοτεινής εποχής. Σύμφωνα με αυτήν ο ευγενής Πέτρος Αλαμάνος, θέλοντας να εκδικηθεί κάποιον γείτονά του, με την οικογένεια του οποίου είχε παλιά έχθρα, πάντρεψε τον γιο του με την κόρη του. Την επόμενη του γάμου την διαπόμπευσε, επειδή τάχα δεν την βρήκε παρθένα και την επέστρεψε στο σπίτι της. Αυτή σύντομα πέθανε από τον καημό της. Την ακολούθησε και ο άντρας της, αλλά και όλα τα άλλα παιδιά του Αλαμάνου, τα οποία, μαζί με τον γαμπρό, ήταν δώδεκα, γεγονός που έκανε τον άπονο άρχοντα να λέει με ασέβεια, όταν βάδιζαν μαζί στο δρόμο, πως είναι ο Χριστός με τους μαθητές του. Ο σκληρός αφέντης κατάλαβε τότε το λάθος του και πεθαίνοντας το 1685, άφησε όλα τα υπάρχοντά του σε διάφορες εκκλησίες του νησιού, για την σωτηρία της ψυχής του.

 Αναφορά στην Γκιόστρα του Άι - Γιωργιού κάνει ο γνωστός συγγραφέας Κονίδης Πορφύρης στο βιβλίο του «Ανδρέας Κάλβος, ο Αγέλαστος». Εδώ, φανταστικά βέβαια, τοποθετεί τον νεαρό ποιητή των «Ωδών» να παρακολουθεί τους αγώνες, οδηγημένος από τον πατέρα του, ο οποίος έχει ακόμα καλές σχέσεις με την μητέρα του, την Ανδριανή, στον τόπο της διεξαγωγής τους.

 

 

Η Νεότερη αναβίωση της Γκιόστρας της Ζακύνθου

 Τα τελευταία χρόνια και συγκεκριμένα από το 2005 η Γκιόστρα της Ζακύνθου επανήρθε στην καθημερινότητα του νησιού και την επικαιρότητά του με πρωτοβουλία της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Giostra di Zante», η οποία σκοπό της έχει την αναβίωση του εθίμου, την επαφή του νησιού με άλλους τόπους της Ευρώπης και κυρίως της συγγενικής με τα Επτάνησα Ιταλίας, στους οποίους πραγματοποιούνται παρόμοιες εκδηλώσεις, καθώς και την ιστορική έρευνα και τεκμηρίωση του θέματος.

 Κάθε χρόνο, το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος οι ιππικοί αγώνες της Ζακύνθου επανέρχονται στο προσκήνιο και επαναφέρουν στιγμές ιστορικές και ένδοξες του κάποτε φημισμένου «Φιόρου του Λεβάντε».

 Η Γκιόστρα της Ζακύνθου έχει αποκτήσει πανευρωπαϊκό χαρακτήρα και συμμετέχουν σ’ αυτήν και άλλες χώρες της Ευρώπης (Ιταλία, Σαν Μαρίνο, Σλοβακία, Γερμανία). Επίσης κάθε χρόνο εκπροσωπεί την χώρα μας στην Ευρωπαϊκή Γκιόστρα, η οποία πραγματοποιείται την πρώτη Κυριακή του Αυγούστου στην Ιταλικά πόλη Sulmona.

 Από το 2010 η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Giostra di Zante» έχει επαναφέρει και την Γκιόστρα του Άι - Γιωργιού, η οποία πραγματοποιείται, στην λαϊκή της μορφή, την ημέρα της γιορτής του Μεγαλομάρτυρα ή αν αυτή συμπέσει με την Σαρακοστή ή την Μεγάλη Βδομάδα, την Κυριακή των Μυροφόρων.

 Επίσης από το 2011 οργανώνει και παιδική Γκιόστρα, με την συμμετοχή των μικρών Ζακυνθινόπουλων, αλλά και σχολείων της Ιταλίας, η οποία διεξάγεται την παραμονή της μεγάλης.
Παράλληλα με τις εκδηλώσεις της πραγματοποιεί στα πλαίσια της Γκιόστρας του Άι - Γιωργιού και ημερίδες, με θέμα τους  ιππικούς αγώνες της Ζακύνθου και της Επτανήσου γενικότερα και εκδίδει κάθε χρόνο ειδικά φυλλάδια, με κείμενα - ανακοινώσεις των πιο σημαντικών πνευματικών ανθρώπων του Ιόνιου χώρου και των φίλων του. Το Νοέμβρη του 2012 διοργάνωσε επίσης διεθνές, επιστημονικό συνέδριο με θέμα: «Η Γκιόστρα στον επτανησιακό χώρο».
Επιδίωξη του Σωματείου είναι η Γκιόστρα, όπως και παλιά, να γίνει το μεγαλύτερο γεγονός του Καρναβαλιού στο νησί και αυτό το οποίο θα το χαρακτηρίζει και θα το κάνει να ξεχωρίζει από όλα τα άλλα του ελληνικού χώρου.

 Συνοψίζοντας, μπορούμε να ισχυριστούμε πως η Γκιόστρα της Ζακύνθου είναι μια περιεκτική μικρογραφία της ιστορίας του ιόνιου νησιού. Ακολουθεί την εξέλιξή του, προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των καιρών της και εκφράζει πάντοτε πιστά την κοινωνία του.
Από τους αιματοβαμμένους ανταγωνισμούς της, ως και την σημερινή της αναβίωση, εικονίζει άριστα το τζαντιώτικο πνεύμα και συμβαδίζει με την επτανησιώτικη ιδιοσυγκρασία.
Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο που επανήλθε στην καθημερινότητα των ημερών μας και αγαπήθηκε και πάλι.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1. Ανδρέου Α. Αβούρη, Ο Αλαμάνος και άλλα διηγήματα και πεζά, επιμέλεια - εισαγωγή Γεωργία Κόκλα - Παπαδάτου, Δημοτική Βιβλιοθήκη Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2007.
2. Σπυρίδων Δε Βιάζης, Η προσωπίς και τα ιπποδρόμια εν Ζακύνθω επί Ενετοκρατίας, περιοδικό Ανθών, έτος Α΄, εν Ζακύνθω 1 Φεβρουαρίου 1890, αριθ. 17, σ. σ. 137 - 139.
3. Του ίδιου, Αγώνες εν Ζακύνθω από των αρχαίων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, περιοδικό Τα Ολύμπια, Αθήναι 20 Ιανουαρίου 1896, αριθ. 11, σ. σ. 83 - 85.
4. Σπύρος Ευαγγελάτος, Ιστορία του θεάτρου εν Κεφαλληνία, 1600 - 1900, Διατριβή επί διδακτορία, Βιβλιοθήκη Σ. Σαριπόλου αρ. 5, εν Αθήναις: Εθν. Καποδ. Παν. Αθηνών, 1970.
5. Λεωνίδας Χ. Ζώης, Ιστορία της Ζακύνθου, Αθήναι, 1955.
6. Του ίδιου, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, τόμος Α΄, Ιστορικόν - Βιογραφικόν, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1963.
7. Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος πεντακόσια χρόνια (1478 - 1978), Τόμος Έκτος, Λαογραφικά, Συλλογές λαογραφικού υλικού και η συμβολή του Ανδρέα Γαήτα, Αθήνα, 1992.
8. Ερμάννου Λούντζη, Η Βενετοκρατία στα Επτάνησα, Κάλβος, Αθήνα 1967.
9. Θεόδωρος Μοντσελέζε, Τραγωδία ονομαζομένη Ευγένα, παρουσίαση Mario Vitti, φιλολογική επιμέλεια Giuseppe Spadato, εκδόσεις Οδυσσέας [Αθήνα, 1995].
10. Διονύσης Μουσμούτης, Η Γκιόστρα στον Ελληνικό χώρο, φυλλάδιο Γκιόστρα 2006, Ζάκυνθος 2006, σ. σ. 9 - 12.
11. Αλίκη Νικηφόρου, Δημόσιες τελετές στην Κέρκυρα κατά την περίοδο της Βενετικής Κυριαρχίας 14ος - 18ος αι., Θεμέλιο [χ. χ.].
12. Γλυκερία Πρωτοπαπά - Μπουμπουλίδου, Το θέατρον εν Ζακύνθω από του ιζ΄ μέχρι του ιθ΄αιώνος, Αθήναι 1958.
13. Διον. Ρώμας, Ο Θρήνος της Κάντιας, τόμος Α΄, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι. Δ. Κολλάρου και Σιας Α. Ε., [Αθήνα, 1972].
14. Διονύσης Σέρρας, Ιστορικό και βιβλιογραφικό χρονολόγιο για την Γκιόστρα, φυλλάδιο Γκιόστρα 2006, σ. σ. 13 - 20.
15. Στέλιος Τζερμπίνος, Γκιόστρα, «Ομιλία» και χορός, ένα διαχρονικό τρίπτυχο του Ζακυνθινού Καρναβαλιού, ό. π., σ. σ. 21 -26.
16. Ηλίας Α. Τουμασάτος, Ιππηλάσιον - Γκιόστα, άθλημα και θέαμα στα βενετοκρατούμενα Επτάνησα, Αργοστόλι, 2003.
17. Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορικά απομνημονεύματα της νήσου Ζακύνθου, τόμος δεύτερος, Εν Κερκύρα, εν τω Τυπογρφείω της Κυβερνήσεως, 1858.