gototopgototop
Wednesday 13 December 2017
 

Στηρίζουμε τα όνειρα των νέων

    Αθήνα  10/12/2017     ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ   Στηρίζουμε τα όνειρα τ...

Νέα σύνθεση Δ.Σ της Ένωσης Επτανησίων Ελλάδας

    Αθήνα 3 Νοεμβρίου 2017 ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ     Η νέα σύνθεση του ...

Εκλογές Ε.Ε.Ε 2017 - Ψηφοδέλτιο

    ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΟ Εκλογές 26/11/2017 Για Διοικητικό Συμβούλιο ΕΝΩΣΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΩΝ ΕΛΛ...

28η Οκτωβρίου 2017

  Η σημερινή είναι ημέρα μνήμης και εθνικής υπερηφάνειας για τον Ελληνισμό σε κάθε γωνιά της γ...

«Περί δαίμονος και άλλων ερώτων» - Αφιέρωμα στην σύγχρονη επτανησιακή ποίηση

    Αθήνα 20/10/2017 Ποιητικές βραδιές από την ΙΟΝΙΟ Βιβλιοθήκη της ΕΝΩΣΗΣ ΕΠ...

  • Διαφήμιση

Η Μουσική Επτανησιακή Σχολή

 



Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΣΧΟΛΗ

 

Φίλιππος Περιστέρης Συνθέτης, Πολιτισμολόγος E.A.Π.,M.D. Ε.M.Π (Αρχιτεκτονική)

  

 Η ανάπτυξη, η πρόοδος και η ωρίμανση της φωνητικής κυρίως μουσικής του μεσαίωνα ως κυρίαρχης τάσης της παράδοσης της Δυτικής Ευρώπης είχε μεταξύ άλλων ως κατάληξη μια μοντελοποίηση του ύφους, του ήθους και των εσωτερικών διαλεκτικών σχέσεων σε μια μουσική που ονομάστηκε μεταγενέστερα “Kλασική”. Κατά το 17ο αιώνα ήδη διακρίνεται μια διαμορφωμένη αισθητική, ηχητική και στυλιστική αντίληψη η οποία πέραν των νεωτερισμών και της ενσωμάτωσης νέων στοιχείων με το πέρασμα των αιώνων, εξακολουθεί να διατηρεί έναν ισχυρό πυρήνα στοιχείων.

 

 

 

 

 Και ενώ η Δυτική Ευρώπη βιώνει μουσικά και εν γένει πολιτισμικά μια πραγματική Αναγέννηση βασισμένη σε παραδοχές, ερμηνείες (λανθασμένες ή μη), και αποκωδικοποιήσεις ενός μακρινού Ελληνικού πολιτισμού ο σύγχρονός του ουσιαστικά είναι καθηλωμένος κάτω από Οθωμανική ή αλλότρια κυριαρχία (όπως τα Επτάνησα). Ο γεωγραφικός χώρος ο οποίος σήμερα καλείται “Ελλάδα” στην πραγματικότητα δε θα “συγχρονιστεί” ποτέ πριν τα μέσα του 20ου αιώνα με τα μουσικά τεκταινόμενα της Δυτικής Ευρώπης καθώς οι περισσότερες προσπάθειες αποτελούσαν μεταχρονολογημένες προσπάθειες δημιουργικής επικοινωνίας και παραγωγής έργων τα οποία όμως είχαν προέλθει από μια μακρά πορεία και ζύμωση στο χρόνο, στοιχεία δηλαδή τα οποία δεν αποκτά κανείς μόνο με την τεχνική γνώση ή το ταλέντο.

 

 

 Όλα τα προαναφερθέντα δεν πρέπει ωστόσο να δημιουργούν την εντύπωση ότι η Ελληνική καλλιτεχνική δημιουργία αποτέλεσε το φτωχό συγγενή της Δυτικής Ευρώπης. Απεναντίας, χώροι όπως κυρίως τα Επτάνησα, αποτέλεσαν κοιτίδες μετακένωσης πρωτογενούς υλικού από τη Δυτική Ευρώπη με κυρίαρχο μέντορα την Ιταλία και στη συνέχεια επιχωριαστές Ελληνικών και κατά τόπους ιδιωματικών στοιχείων στις νέες αυτές μουσικές συνθέσεις. Στο παρόν άρθρο (εξ’ ορισμού), θα γίνει αναφορά στην εξέχουσα Επτανησιακή Μουσική Σχολή.

 

 

 Πατριάρχης της Επτανησιακής Σχολής θεωρείται ο μελοποιός του έργου του Δ. Σολωμού “Ύμνος εις την Ελευθερίαν” οι δύο πρώτες στροφές του οποίου αποτελούν τον Ελληνικό Εθνικό Ύμνο. Ο Νικόλαος Χαλκιόπουλος Μάντζαρος (Κέρκυρα 1795 – 1872), ήταν γόνος ευγενούς οικογένειας.. Διδάχθηκε πιάνο και βιολί από τους δύο αδελφούς του Ιερώνυμο και Στέφανο αντίστοιχα και θεωρητικά και σύνθεση από τους Μορέττι και Μπαρμάττι και τον περίφημο Τσιγκαρέλλι στην Ιταλία.  Δίδαξε μουσική στον τόπο καταγωγής του απολύτως αφιλοκερδώς αρνούμενος μάλιστα θέσεις περιωπής όπως η διευθυντικές των Ωδείων του Μιλάνου και της Νεάπολης.

 

  Ήταν από τους πολυγραφότερους συνθέτες ωστόσο μόνο ένα μικρό μέρος των συνθέσεων αυτών σώζεται ακέραιο στις μέρες μας.. Ο Μάντζαρος θεωρείται πρωτομάστορας της Σχολής και γενικότερα της Λόγιας Ελληνικής Μουσικής αφού μερικά από τα έργα του όπως τα κουαρτέτα εγχόρδων “Partimenti”, το έργο για φωνή και ορχήστρα με τίτλο “Aria Greca”, η αρχαιότερη σωζόμενη ελληνική όπερα ‘‘Don Crepuscolo” καθώς και σειρά δοκιμίων μεταξύ των οποίων το “Rapporto” αποτελούν έργα άνευ αντίστοιχου προηγούμενου στην Ελληνική μουσική.

 

 Πέρα από τη συνθετική του δραστηριότητα κατέγραψε πλήθος παραδοσιακών τραγουδιών της γενέτειράς του καθώς και της γειτονικής Ηπείρου, δραστηριότητα την οποία ελάχιστοι είχαν πράξει ως τότε ανά τον κόσμο, ωστόσο απολύτως διαδεδομένη στον 20ο αι, κυρίως από την πολύ σύγχρονη επιστήμη της εθνομουσικολογίας. Υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της Φιλαρμονικής Εταιρίας Κερκύρας της οποίας διετέλεσε ισόβιος καλλιτεχνικός διευθυντής και επάξια θεωρείται και ο θεμελιωτής της δυτικότροπης μουσικής στη μεταγενέστερη Ελλάδα.

 

 

 

 Μαθητής του Μάντζαρου και από τους κύριους ιδρυτές της Φιλαρμονικής Εταιρίας Κερκύρας υπήρξε μεταξύ άλλων και ο Σπυρίδων Ξύνδας (Κέρκυρα 1812/4 – Αθήνα 1896). Υπήρξε εύπορος στα νεανικά του χρόνια ωστόσο πέθανε πάμπτωχος. Δεξιοτέχνης της κιθάρας και έξοχος μουσουργός (μαθήματα θεωρητικών και σύνθεσης με τον Τσιγκαρέλλι στην Ιταλία), περιόδευσε σε αρκετές χώρες συναρπάζοντας το φιλόμουσο κοινό με το ταλέντο και την τεχνική του δεινότητα. Μετά την εγκατάστασή του στην Κέρκυρα από την Ιταλία παρέδιδε μαθήματα θεωρητικών, ενοργάνωσης και εκκλησιαστικής μουσικής.

 

 Αρκετά χρόνια αργότερα και μετά την Αθηναϊκή πρεμιέρα της όπεράς του “Ο υποψήφιος βουλευτής’’ (πρώτη όπερα στα Ελληνικά σε λιμπρέτο Ιωάννη Ρινόπουλου), μετακόμισε στην Αθήνα, φιλοξενούμενος της κόρης του η οποία διέμενε με την οικογένειά της στο σπίτι της οδού Προαστίου (η σημερινή Εμμανουήλ Μπενάκη). Εμφανίστηκε για τελευταία φορά ως κιθαριστής το 1896, χρονιά κατά την οποία έφυγε από τη ζωή ήδη προ ετών τυφλός. Στο corpus των έργων του ανήκουν τουλάχιστον 8 ολοκληρωμένες όπερες (“Anna Winter’’ ή  “Οι τρεις σωματοφύλακες’’,   “Il conte Giuliano’’,  “ Γαλάτεια’’ κ.α), και ένα μεγάλο πλήθος τραγουδιών, φωνητική μουσική και μουσική για κιθάρα.

 

 

 

 Εξέχον μέλος της Σχολής ο Παύλος Καρρέρης (Καρρέρ), (Ζάκυνθος 1829 – 1896), υπήρξε ίσως το πολυγραφότερο μέλος. Μετά τις πρώτες του γυμνασιακές σπουδές στη γενέτειρά του μετέβη στην Κέρκυρα και αργότερα στο Παρίσι, το Λονδίνο και το Λίβερπουλ. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη φιλολογία και την ιστορία, ωστόσο στη μουσική μη έχοντας ολοκληρώσει κάποια εγκύκλιο σπουδών επιστρέφει στη Ζάκυνθο και γράφει ένα μεγάλο αριθμό τραγουδιών τα οποία χαίρουν μεγάλης αποδοχής.

 Έτσι οδεύει αυτή τη φορά για το Μιλάνο που θα συναντήσει τους Μποσσερόνε και Τασσίτρι για να μαθητεύσει στα θεωρητικά και τη σύνθεση ενώ ο Νικόλαος Μάντζαρος θα αποτελέσει έναν ακόμη από τους δασκάλους του.

 

 Έγραψε αρκετές όπερες με διασημότερη το μελόδραμα ‘‘Μάρκος Μπότσαρης’’ σε λιμπρέτο του Τζιοβάνι Κατσιαλούπι και μετάφραση Ιωσήφ Σαπίου, την ‘‘Κυρά Φροσύνη’’ κ.α. Στο πλήθος των τραγουδιών του συγκαταλέγονται μερικά από τα πιο αγαπημένα τραγούδια της εποχής όπως το ‘‘Ανθός και αυγούλα’’, ‘‘Το φεγγάρι’’ και ο ‘‘Γερο Δήμος’’, τραγούδι το οποίο ευτύχησε να θεωρείται δημοτικό. Μάλλον όχι τυχαία ο ίδιος ο Καρρέρης τα αποκαλούσε ‘‘συνέχεια των Ελληνικών μελωδιών’’.

 

 

 Ο Ναπολέων Λαμπελέτ (Κέρκυρα 1864 – Λονδίνο 1932), σπούδασε μουσική στην Κέρκυρα και ανώτερα θεωρητικά και σύνθεση στο Ωδείο ‘‘San Pietro a Majella’’ της Νεάπολης με υποτροφία του Δήμου Κερκυραίων.

Τα έργα του ξεπέρασαν γρήγορα τα σύνορα της Ελλάδας και το τέλος των σπουδών του τον οδήγησε στην Αθήνα στη διττή δραστηριότητα του καθηγητή μουσικής και του συνθέτη – μαέστρου.

 Πέρα από τη πολυσχιδή του δραστηριότητα σχετικά με την έντυπη μορφή της μουσικής επικοινωνίας συγχρωτίστηκε αρκετά με ποιητές και πεζογράφους της εποχής μελοποιώντας άνω των 70 τραγουδιών σε ποίηση και στίχους των Πολέμη, Δροσίνη, Βασιλειάδη κλπ. Ωστόσο τα μεγάλα μελοδραματικά και ορχηστρικά του έργα γράφτηκαν κυρίως μετά το 1895 και τη μόνιμη μετεγκατάστασή του στο Λονδίνο (‘‘Το πέρασμα της Αφροδίτης’’, ‘‘Φενέλα’’ κ.α).

 

 

  Ένα από τα πλέον εξέχοντα μέλη της Σχολής είναι ο Σπυρίδων Φιλίσκος Σαμάρας (Κέρκυρα 1861 – Αθήνα 1917). Φημολογούνται συγγενικές σχέσεις με τον ούτως ή άλλως δάσκαλό του Σ. Ξύνδα, ενώ οι μουσικές του σπουδές συμπληρώθηκαν στο Ωδείο Αθηνών με τους Φρ. Βολωνίτη και Ερ. Σταγκοπιάνο σε βιολί και θεωρητικά / ενορχήστρωση αντίστοιχα. Το ταλέντο και η ιδιοφυία του φάνηκαν από πολύ νωρίς. Για κάποιο διάστημα εργάστηκε ως βιολιστής σε διάφορες ορχήστρες ενώ όταν αποφάσισε να ολοκληρώσει τις σπουδές του σε πολύ υψηλό επίπεδο πήγε στο Παρίσι δίπλα στο μεγάλο Μασσνέ. Λίγο αργότερα και ενώ στη Γαλλία τα έργα του είχαν αρχίσει να κερδίζουν έδαφος αποφάσισε να μεταφερθεί στην Ιταλία. Συνεργάστηκε με το διάσημο εκδοτικό οίκο μουσικής (Riccordi), ενώ λίγο αργότερα η όπερά του ‘‘Φλόρα Μιράμπιλις’’ τυγχάνει στο Μιλάνο τεράστιας αποδοχής και ο δρόμος για τα επόμενα πολλά και υψηλού επιπέδου έργα του είχε ανοίξει.

 

 

 Ο Σαμάρας σύνδεσε το όνομά του ως ‘‘ανταγωνιστή’’ με εκείνο του Μασκάνι, και του Πουτσίνι ενώ θεωρείται σημαντική η συμβολή του στη διαμόρφωση του Βερισμού και του ‘‘ύφους Πουτσίνι’’, επιτεύγματα τα οποία μόνο συνθέτες παγκόσμιου βεληνεκούς μπορούν να επιδείξουν. Όπερες όπως η ‘‘Μάρτυς’’, η ‘‘Ιστορία Έρωτος’’ και η ‘‘Δεσποινίς ντε Μπελ Ιλ’’ ανέβηκαν σε μεγάλα θέατρα της Ρώμης και του Μιλάνου και προκάλεσαν θύελλα ενθουσιασμού στο κοινό. Ο Σαμάρας επέστρεψε στην Αθήνα το 1911 (ως τότε ερχόταν για να διευθύνει τα έργα του μεταξύ των οποίων και ο ‘‘Ολυμπιακός Ύμνος’’ στην αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων του 1896), αναμένοντας μια θέση διευθυντή στο Ωδείο Αθηνών, όπως του είχε προταθεί.

 Ωστόσο πολιτικά και παρασκηνιακά γεγονότα δεν οδήγησαν σε αυτή την κατεύθυνση με αποτέλεσμα τα τελευταία χρόνια της ζωής του να ασχοληθεί με το είδος της οπερέτας για βιοποριστικούς λόγους. Το έργο του Σαμάρα ωστόσο έχει περάσει τις εξετάσεις του χρόνου των ειδικών και του κοινού.

 

 

 Ο Διονύσιος Λαυράγκας (Αργοστόλι 1860 – Ροζάτα Κεφαλληνίας 1941), αποτελεί το συνδετικό κρίκο μεταξύ της Επτανησιακής και της Ενικής μουσικής σχολής. Σπούδασε αρχικά βιολί στην Κεφαλλονιά με τον Σερράο και αργότερα (συγκάτοικος του Λαμπελέτ στην πόλη της Νεάπολης), με τους Ρος και Σκαράνο στο πιάνο και τα θεωρητικά αντίστοιχα και λίγο αργότερα στο Παρίσι μαζί με το Σαμάρα και καθηγητές τους Ντελίμπ και Μασσνέ. Η συνέχεια της ζωής του θα τον βρει κυρίως με την ιδιότητα του διευθυντή ορχήστρας μεταξύ Μάλτας, Τορίνο, Κεφαλλονιάς και τελικά Αθήνας. Αφιερώθηκε στη σύνθεση, τη διδασκαλεία και την ίδρυση ενός μελοδραματικού θεάτρου στην Ελλάδα. Η Ε.Λ.Σ ήταν εν πολλοίς δικό του όραμα και αποτελεί ακόμη και μέχρι σήμερα μοναδικό θέατρο στο είδος.

 

 

 

 

 Ο Λαυράγκας εξέδωσε πλήθος θεωρητικών συγγραμμάτων και συνθέσεων οι περισσότερες εκ των οποίων χάθηκαν μετά την καταστροφική φωτιά κατά τους σεισμούς του 1953 στη γενέτειρά του. Ωστόσο σώθηκε ένα μέρος του έργου του το οποίο αποτελείται από μεγάλο αριθμό τραγουδιών, πολλά συμφωνικά έργα, σουίτες, δώδεκα όπερες και πολλά έργα μουσικής δωματίου.

 

 

 

 

 

 Η Επτανησιακή σχολή δε σταματά εδώ. Η έκταση του παρόντος άρθρου δε μας επιτρέπει εκτενή αναφορά στη ζωή και το έργο όλων των συνθετών, ωστόσο αξίζει να αναφερθούν μέλη όπως ο Γεώργιος Λαμπίρης, ο Ιωσήφ Καίσαρης, ο Σπύρος Σπάθης, ο Φραγκίσκος Δομενεγίνης κ.ά. Οι επίγονοι συνθέτες και μουσικοί των Επτανήσων συνέχισαν το λαμπρό αυτό δρόμο σε ολόκληρο τον 20ο αιώνα δομώντας σε μια ισχυρή βάση και παρελθόν παρά τις αντιξοότητες που αντιμετώπισαν, κάτι το οποίο είδαμε άλλωστε και στη ζωή των πυλώνων αυτών της Ελληνικής μουσικής. Σύμφωνα με το γράφοντα αυτό το παρελθόν αξίζει πιο ενδελεχούς και επισταμένης προσέγγισης έτσι ώστε να μπορέσουμε κάποτε να ασχολούμαστε με επίγονες Ελληνικές Μουσικές Σχολές.